TA ZΩΑ | 8/16 | Ο ΣΩΤΟΣ | ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΝΤΟΓΚΑ


Η μετακόμιση ήταν αναγκαστική.

Μα χωρίς άλλες επιλογές
όλα είναι απλά.

Όπως το μικρό του δωμάτιο
έτοιμο από καιρό
καθαρό, τακτοποιημένο.

Τα πράγματα έφτασαν μετά.
Όχι πολλά
ένα ψυγείο, ψηλό λευκό
μια κούτα με μικροπράγματα
λίγα εργαλεία για την κουζίνα
ένα παλιό στρώμα
ένα μικρό κομοδίνο με μια αράχνη
τυλιγμένη στο αριστερό του πόδι.

Την επομένη ήρθε κι εκείνος.
Μαζί με τα ζώα του.

Τη μια την παχιά άσπρη γάτα
την άλλη την φουντωτή γκρίζα
και τον πιστό του παπαγάλο.

Πενήντα πέντε ετών,
αδύνατος, χλωμός
πάνω στο μεγάλο του μαύρο
παπούτσι.
Βημάτισε αργά στο μπαλκόνι.
Ατένισε τη θάλασσα.

Ποιος το περίμενε;
Από την πόλη
στο νησί.

Για πάντα.

Έκλεισε τα ζώα μέσα.
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκαν όλοι μαζί.

Η άσπρη παχιά γάτα δραπέτευσε
γύρω στα ξημερώματα.

Όταν ήμουν στο δημοτικό ακροπατούσα στα δάχτυλά μου.

Μπορούσα να παίξω ποδόσφαιρο, κρυφτό, κυνηγητό.
Θα μπορούσα να σε βρω όπου και να ‘σουν.

Ήμουν ένα μεγάλο λάθος.
Την άλλη μέρα απ’τη σχισμή της
ξύλινης πόρτας ξεμύτισε η γκρίζα η φουντωτή.
Βολτάρισε στον κήπο
Δειλά
Ξεθάρρεψε
Χάθηκε στα χωράφια.

Άδικα τη φώναζε όλο το απόγευμα.

Ας είναι… εσύ έχεις επιλογή.
Αν θες γυρνάς.

Έμεινε ώρες να μελετά
με τα μάτια τα γύρω χωράφια

Ώσπου στη λάμψη του ηλιοβασιλέματος
η φιγούρα του στένεψε.

Τότε το μαύρο του παπούτσι μεγάλωσε
πιο πολύ.

Τέλος το σώμα του έδειχνε τόσο λεπτό
σαν κλωστή που ξηλώθηκε
απ΄ τον ουρανό
και έπεσε στη γη
φυτεμένη σ’ ένα τεράστιο
μαύρο βαρίδι.
Οφθαλμαπάτη
Το βράδυ αποκοιμήθηκε δίπλα
στον παπαγάλο του.
Ήσυχος, κοιμόταν κι αυτός
στηριγμένος στο ένα του πόδι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *