17/17 εμμανουήλ κολοκυθάς | ο ήλιος του απογεύματος

emmanouil-kolokithas

Κάθε απόγευμα

όταν το φως πλαγιάζει προς τη δύση

πέφτει αργά και όλα τα επιχρυσαφίζει.

 

Στο ζεστό φως του απογεύματος

καθετί καταλαγιάζει

κι ας μένει στο διάφανο ποτήρι το πικρό ίζημα του ανεσυντέλεστου

 

Καμμιά φορά και κατ’ εξαίρεση

το φως του απογεύματος

δεν προσβλέπει στο ερχόμενο σκοτάδι

αλλά στο αναμενόμενο μέλλον και στο φως της επόμενης ημέρας

– αλήθεια, ποιοί θα μπορούσαν να σφετεριστούν τη φαντασία της ελπίδας μας; –

όπου

το ερείπιο θα έχει γίνει κτίσμα

το κτίσμα ξενοδοχείο

το ξενοδοχείο οικία

η οικία σπίτι

το σπίτι το σπίτι μας

και στο σπίτι θα υπάρχει η κρεμάστρα

και στην κρεμάστρα θα κρεμάμε τα παλτά μας

γιατί, όπως έλεγε ο Μπρούς Τσάτουιν,

 

’’σπίτι σου είναι το μέρος όπου κρεμάς το παλτό σου όταν επιστρέφεις το βράδυ’’

 

και, έτσι, δεν θα υπάρχει κανείς λόγος να κρεμάμε τα πράγματά μας εδώ κι εκεί,

άγαρμπα και άπλυτα και ανατσούμπαλα,

θεωρώντας τον εαυτό μας

ταξιδιώτη ή ξένο ή φτωχό ή κατατρεγμένο ή πρόσφυγα ή διωκόμενο ή φιλοξενούμενο ή επισκέπτη

 

ενώ,

όπως ο Μπρούς Τσάτουιν,

διασχίζουμε την παγωμένη Παταγωνία,

απόγευμα,

λίγο πριν δύσει ο ήλιος,

και ακόμα δεν φτάσαμε στο σπίτι μας…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *