16/17 ένας δρόμος που δεν τελειώνει | τζέρρυ άρτις

jerry-artis

σηκώθηκα, πιστεύοντας πως έτσι πρέπει να κάνω, και βγήκα στο δρόμο· πουθενά για να πάω· ένας δρόμος που δεν τελειώνει ποτέ, σκέφτηκα· αυτό χρειαζόμουν· ξεκίνησα να τον βρω· διάλεξα ένα δρόμο τυχαία· μπροστά λοιπόν! πάω μπροστά· προχώρησα για λίγο· ένιωσα την ανάγκη να τρέξω, να τον τρέξω το δρόμο· να βλέπω το τέρμα πιο κοντά· και να το τέρμα· κάπου φτάνω· μα δε χρειαζόμουν αυτό, σκέφτηκα· αποφασίζω ν’ αλλάξω δρόμο· πηγαίνω δεξιά· θα είναι καλύτερα, σκέφτηκα· προχώρησα· αργά· όσο πιο αργά μπορούσα· δε θα τρέξω, έλεγα στον εαυτό μου· τα πόδια μου επιτάχυναν συνεχώς κι εγώ αντιστάθηκα· αντιστάθηκα· μέχρι που δεν αντιστεκόμουν πια· κι έτρεχα· κι ο δρόμος μίκραινε ολοένα περισσότερο και πριν ακόμα το καταλάβω είχα φτάσει στο τέλος· με κομμένη την ανάσα, αποφασίζω να πάω αριστερά, μα πριν προλάβω να κάνω ένα βήμα το είδα· ήμουν κιόλας εκεί· σ’ ένα δρόμο που τελειώνει πριν αρχίσει· έτσι είναι η ζωή μου, σκέφτηκα. έτρεξα πίσω με όλη μου τη δύναμη· με όση μου είχε απομείνει· ανέπνεα· όχι με μεγάλη επιτυχία· είχα χαθεί· οι δρόμοι εξαφανίστηκαν και μόνο ερείπια όπου πατούσα· μια πόλη από ερείπια· κανείς για να μιλήσω· μόνο μια στιγμή αρκεί· με κάποιον· για να φανεί η προσπάθεια· κι εγώ προσπαθούσα· αλήθεια· κλείνω τα μάτια και ελπίζω πως θα τελειώσει· πόσα τέτοια όνειρα δεν έχω δει, σκέφτηκα· κλείνω τα μάτια μου· κρατάω την ανάσα μου και περιμένω να ξυπνήσω· ένα χέρι να μ’ αγγίξει ή έναν ψίθυρο· κάτι να με τραβήξει· συγκεντρώνομαι· λέω πως είναι όνειρο· ξέρω πως είναι όνειρο·

θυμάμαι μικρός που περπατούσα σε άδειους δρόμους νύχτα· μόνο που ποτέ δεν έμαθα να σφυρίζω κι έτσι δεν είχα τη φωνή μου να ησυχάζω· άδικος κόπος, σκέφτηκα· εδώ δεν θ’ ακουγόταν σφύριγμα· ακόμα και γι’ αυτό χρειάζεσαι ανάσα κι είχα πάψει ν’ αναπνέω προ πολλού· είχα αρχίσει να παγώνω· οι αισθήσεις μου χάνονταν· δεν έβλεπα· δεν μπόρεσα να ξανανοίξω τα μάτια μου· τότε μετάνιωσα που τα ‘κλεισα· μετά από λίγο είχα κιόλας συνηθίσει δίχως όραση· δεν ξέρω αν μύριζα· για να το ελέγξεις αυτό χρειάζεσαι μυρωδιές· μα εκεί που ήμουν ήταν μονάχα ερημιά· πώς να μυρίζει η ερημιά; ύστερα σκέφτηκα να τσιμπήσω τον εαυτό μου δυνατά· έτσι ίσως ξυπνούσα· μάταιη σκέψη· μόλις κατάλαβα πως δάχτυλα δεν είχα· δεν ένιωθα τίποτα πια· κανένα μέλος του κορμιού μου δεν ήταν εκεί για να το νιώσω· έπαψα να νιώθω παγωμένος· δεν ένιωθα τίποτα· περίεργη αίσθηση! – τι νιώθεις; – δε νιώθω! – πως είσαι; – δεν είμαι! προτιμώ να λέω πως είμαι τίποτα, παρά πως δεν είμαι τίποτα· το είμαι είναι καλύτερο φαντάζομαι· δε θυμάμαι πως έφτασα εδώ· ούτε πότε· ίσως είναι κι αυτό κομμάτι της διαδικασίας, σκέφτηκα· σιγά σιγά να χάνεται κι η μνήμη· αυτό είναι καλό, σκέφτηκα· είναι ένας δρόμος που δεν τελειώνει ποτέ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *