08/17 ο σ. | γιάννης κωσταρής

kostaris2

 

όλο το πρωί ο σ. με τον φ. έπιναν μπύρες, ήταν λιακάδα και έβαλαν το τραπεζάκι στο απέναντι πεζοδρόμιο για να λιάζονται.

το βράδυ ξαναήρθε, μπήκε στο μαγαζί και μου έδωσε το φάκελο με τις φωτογραφίες. διάλεξα κάποιες, στις περισσότερες ήταν με κοπέλες που έχει γνωρίσει σε μπαρ.

μιλάει. η φωνή του είναι καθαρή, χωρίς κομπιάσματα και λάθη.

μιλάει αποσπασματικά για όλα τα θέματα της ζωής του· τα αυτοκίνητα και τις μηχανές που έχει παροπλισμένα, τα μπαρ και τις γυναίκες, το αλκοόλ, την κατάκοιτη μάνα του, χωριανούς, συμμαθητές, φίλους που πίνουνε μαζί, τον καφετζή που τον βρίζει αλλά όλο εκεί είναι, την αδελφή του, τα πράγματα που του έχουν κλέψει, τον πατέρα του, τα χρήματα που ξόδεψε χθες, τα μπάρκα του.

δεν ρωτάει τίποτα, χαίρεται με το ελάχιστο ενδιαφέρον που θα του δείξεις.

τα μάτια του κινούνται γρήγορα, πιάνει και την παραμικρή κίνηση, θυμάται πολύ καλά. ο κόσμος του είναι χωρισμένος σε φίλους και εχθρούς. όσοι έχουν πιεί μαζί του είναι φίλοι.

όλοι ερχόντανε στο νυχτολούλουδο, όλοι φίλοι. δεν πάω πια κάτω από τότε που μου πήρανε το δίπλωμα. στη φωτογραφία είμαστε όξω αφτά καρδάμυλα, ρωσίδες είναι, δουλεύανε στο μπαράκι, ‘’το κάστρο’’, είναι την εποχή που τράκαρα το αμάξι, τότε έμενα στη χώρα.

δεν έχω πρόβλημα το κόβω όποτε θέλω. να αύριο θα πάω να κλαδέψω το αμπελάκι, δε θα πιώ όλη μέρα. δεν έχω πρόβλημα σου λέω.

τι να κάμω με τη γριά; που να την αφήκω και να φύγω στα καράβια; της λέω και παραμύθια, κάθομαι δίπλα της και της λέω παραμύθια, ναι αλήθεια σου λέω. πάνες της βάζω, να τούτες πούχετε δω. η μάνα μου, ιερό πράμα. μου λέγε πάλι στις πουτάνες ήσουνα, να πάρε λέφτα ‘να χεις.

ότι ώρα θέλω μπαρκάρω αλλά που να την αφήκω; έχω να ταξιδέψω εφτά χρόνια από τότε που πέθανε ο πατέρας μου.

στο τελευταίο μπάρκο ήμουν εφτά μήνες. ήμασταν δυο μήνες στο ναυπηγείο, στην κορέα. πήραμε το βαπόρι ολοκαίνουργιο, εμπορικό, έγινε καθέλκυση κανονικά με παπάδες, σαμπάνιες. πήγαμε στη χιλή εκεί με κάναν σκάτζα σε άλλο βαπόρι για να κάμω μια επισκευή. πέρασα ωραία, είχα ένα κοριτσάκι, με ποδήλατο. κοιμόμασταν μαζί, ξυπνούσαμε, με πήγαινε στο βαπόρι με το ποδήλατο. είχε ένα μπαρ με μπιλιάρδα. σπάγανε πιάτα, πιάτα να δεις. μετά πήγαμε στη σιγκαπούρη, ήρθε να αναλάβει μηχανικός ο σ. πρέπει να τον θυμάσαι από το σχολειό. δεν τον πάω τον πούστη, θα σκοτωνόμασταν, έφυγα.

τα ξόδευα τα φράγκα, έβγαινα στο λιμάνι και ξόδευα διακόσα χιλιάρικα. δεν είχα λεφτά να γυρίσω. πριν φύγω ο πατέρας μου μου λέει «πάρε ρε», μούδινε πολλά λεφτά. πίναμε στο βαπόρι, είδες τις φωτογραφίες.

με μεγάλο ζόρι το πουλήσαμε το σπίτι στην κυψέλη, καινούργιο, το σκοτώσαμε εκατόν είκοσι χιλιάρικα. παίρνω δυο χιλιάρικα από συντάξεις και νοίκια και τα τρώω, τι να κάνω; άμα έχω να κάμω δουλειές δεν πίνω, άμα δεν έχω τι να κάμω; τηλεόραση δε βλέπω.

να πάω να εκπαιδευτώ στα σεκιούριτι; θέλουν σεκιούριτι για τα βαπόρια, ε ξέρω· πρέπει να μπαρκάρω, δε γίνεται άλλο έτσι.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *