07/14 Ο ΣΙΜΟΣ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΡΗΣ

07 kostaris simos-2-4676 teliki 07 MG_4672 teliki

 

«ανάψω τη σόμπα και ακάτσω μέχρι να πάει εννιά, στο καφενείο εν κάθομαι πολλή ώρα, με τρακόσα σαράντα ευρώ σύνταξη, τι να πλερώσω… παρόλο που χτύπησα, μπορώ να δουλέψω αλλά δουλειά δεν υπάρχει· η κασέτα παίζει κανα­ρίνια να κελαϊδάνε μπας και μάθει το μικρό που έχω στο κλουβί».
τα παραπάνω το χειμώνα του δύο χιλιάδες εννιά στο σπίτι-εργαστήρι του. τον τελευταίο χρόνο ήταν στο γη­ροκομείο, δύσκολο να τα καταφέρει μόνος του και οι γείτονες δεν μπορούσαν να αναλάβουν την ευθύνη.

με οδήγησαν στο δωμάτιο του· διασχίσαμε δύο μεγάλους διαδρόμους, καθαροί χώροι, αλλά κενοί, παγωμένη ησυχία, ο θαμπός ήλιος χτυπούσε στα παγωμένα μωσαϊκά. δυο διπλανά δωμάτια ήταν ανοικτά, η ίδια εικόνα· ένα αδύναμο σώμα κουβαριασμένο στο κρεβάτι. ανοίξαμε την πόρτα του· σκοτάδι, το παράθυρο ήταν κλειστό, κοιμόταν· σιγά σιγά ξύπνησε· άναψα το φως, ένα μεγάλο άδειο δωμάτιο· κρεβάτι, κομοδίνο, τραπέζι· ήταν σκεπασμένος με ένα λεπτό πάπλωμα, η ίδια παγωμάρα· ένα πιάτο μισοφαγωμένα μακαρόνια στο τραπέζι, ένα άδειο τασάκι στο κομοδίνο· μιλούσε συνέχεια, η φωνή του έβγαινε σβησμένη από τα κουρασμένα του πνευμόνια· το πρόσωπο του αδύναμο.
«ε σε ξυρίζουν;» «έρκεται κουρέας, αλλά με πετσοκόβγει, την τελευταία φορά έξυρίστηκα.» τα λέει ανακατω­μένα, δεν τα καταλαβαίνω όλα. «αυτόν οκτώβρη είμαι εδώ, μου ‘πανε στο χωριό πήενε δυο τρεις μέρες να δεις πώς είναι και έλα πίσω. έμπορω να φύω. θα φύω όμως».
μου λέει να δω τα χαρτιά του· ακουμπισμένα στο κομοδίνο, το στρατιωτικό βιβλιάριο, η ταυτότητα, το εκλογικό βιβλιάριο, το εξιτήριο από το νοσοκομείο και μια απόδειξη από το γηροκομείο για τα χρήματα που του κρατούν για να μην χαθούν. γεννήθηκε το είκοσι οκτώ στον άγιο γιώργη. «πότε πήγες στην καλαμω­τή;» «πριν το πενήντα, το σαρανταεφτά; πριν πάω στο στρατό. στο στρατό πέρασα καλά, παρουσιάστηκα στο ηράκλειο, ήμουνε σε λόχο ανεπιθυμήτων, με πήγαν στη μακρόνησο, αλλά ήμουν στο σιδηρουργείο, πέρναγα καλά, δεν ήθελα να φύγω. είκοσι εφτά μήνες είκαμα φαντάρος. μετά επήγα στην αθήνα.»
του δίνω τα τσιγάρα που του έφερα. «σ ’αφήνουν να καπνίζεις;» «μπάνε στο διάολο». Κοιτάζω το χαρτί του νοσοκομείου: “συνιστάται η αποφυγή του καπνίσματος”. «με πήανε στα ταμπάκικα (στο νοσοκομείο) ήταν πολύ ωραία, ζέστη στο δωμάτιο, καλό φαγητό, κόσμος, νοσοκόμες· εδώ μας έχουν σαν παιδάκια, σα να μην είμαστε αθρώποι». μπαίνει κάποιος, αφήνει ένα μισογεμάτο κουτί μελομακάρονα, «Κράτησε τα, εγώ έχω ζάχαρο». δεν πολυκαταλαβαίνει τι είναι, τρώει όμως ένα. «πε του παπά να μου στείλει ένα απ’ αυτά τα βιβλιαράκια, τα ημερολόγια και να μου ανάψει ένα κερί στην αγιά παρασκευή, γιατί θαρρώ πως πολύ με βοή­θησε». «κλείσε την πόρτα».
τελευταία φορά πήγα το μάρτη· «για δε το καναρίνι α δεν έχει κεχρί να του βάλεις, αν έχει άστο, δε το νερό»· του υποσχέθηκα ότι θα ξαναπάω, δεν πήγα.
ο σίμος μέχρι πριν λίγα χρόνια που μπορούσε να εργαστεί ήταν φαναρτζής, «ο σίμος ο φαναράς» επιδιόρθωνε και κατασκεύαζε διάφορα αντικείμενα από λαμαρίνα, νέος γύριζε τα χωριά και μαστόρευε. μα­στόρευε και έπινε. ο σίμος ήταν φαναράς, κομμουνιστής και ελεύθερος άνθρωπος· ζούσε παρέα με ένα καναρίνι. στο γηροκομείο έμεινε οκτώ μήνες, πέθανε τον ιούνιο του δύο χιλιάδες δεκατέσσερα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *