#07 03/20 ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΡΗΣ / ΑΛΕΚΟΣ Ο ΜΠΑΤΙΡΗΣ

kostaris rebetis

 

_αλέκος ο μπατίρης

για να τον βρούμε περάσαμε πριν από το μπαρ της Τζένης, το παλιότερο στέκι της πόλης. «έρχεται από δω κάθε μέρα, πέρασε το πρωί, τώρα θα είναι στο σπίτι του, θα σας δείξει φωτογραφίες».

το μικρό δωμάτιο με το παράθυρο προς το δρόμο είναι ο κόσμος του· τραπέζι, κρεβάτι, τηλεόραση, τα φάρμακά του, μια μικρή παλιά βαλίτσα γεμάτη με φωτογραφίες. «πάω στην τζένη, πάει και κείνη κάτω στην καλύβα μου στη θάλασσα, δεκαπέντε μέρες που σταμάτησε τα μπάνια· εγώ δεν πήγα φέτος έχω το πόδι μου. εκεί όλοι μαζευότανε, γαβαλάς, ζαμπέτας…» ανοίγει τη βαλιτσούλα, μέσα από τις φωτογραφίες περνά η ζωή του· φίλοι, ταβέρνες, πλάκες, χαρές και θάνατοι, σύζυγος, κόρη, εγγόνια. «στον πειραία είναι ο ένας εγγονός, ο άλλος είναι διαιτητής. στον εμφύλιο με πήγαν στη μακρόνησο γιατί ήμουν ρεμπέτης, αλλά δε με πειράξανε. το πάρκο που είσαστε ήταν ναρκοπέδιο για οχήματα, οι γερμανοί τις βάλανε τις νάρκες για τους εγγλέζους, όταν φύγανε τις βγάζανε και σκοτώθηκε ο φίλος μου. μαζευόμασταν εκεί οι ρεμπέτες, ήταν τεκές και κάναμε μαύρο, οι άλλοι φοβότανε να πάνε μέσα· το μεζεκλίκι μας ήταν μύδια από τη θάλασσα. όλοι μας ξέρανε και οι αστυνομίες και όλοι, δεν κάναμε τίποτα απατεωνίες, αυτά ήταν τα δικά μας».

μιλάει αποσπασματικά και γρήγορα, σπασμένη η μάγκικη φωνή του, κρατά όμως τη μυρωδιά από τη χαρά της περιπέτειας· βλέπει τις φωτογραφίες και θυμάται

μιλάει αποσπασματικά και γρήγορα, σπασμένη η μάγκικη φωνή του, κρατά όμως τη μυρωδιά από τη χαρά της περιπέτειας· βλέπει τις φωτογραφίες και θυμάται. «ήμουνα μπογιατζής, είχα πολλά τσιράκια, όλες οι μαφίες… είχα καβατζώσει ένα λαχείο, εθνικό το εξήντα και τα λεφτά τα μοίρασα· πενήντα χιλιάδες, στους μπατίρηδες, στο γηροκομείο, κράτησα μόνο και έκανα το σπίτι. μου ‘μεινε το μπατίρης από τότε· είχα και μαγαζί μανάβικο και κάρο και έβγαινα στο γύρο και έγραφε πάνω το κάρο: το μπατιράκι έκαψε την καρδιά της κοπελιάς με το ραπανάκι. δεν πίνω πια, παλιά όπου ήταν ταβέρνα ήμασταν μέσα. Από πιτσιρικάς ήμουνα μες την αμαρτία εγώ, στην κατοχή ήμουνα σαλταδόρος. γεννήθηκα το είκοσι εφτά, είχα ένα μαντολίνο και το ‘κανα μπουζούκι σ’ ένα μαραγκό και με κείνο έπαιζα· μόνος μου έμαθα, εκεί με την παρέα, άλλος είχε κιθάρα, άλλος μπουζούκι, είχε πολλούς μερακλήδες. αυτή έχει μεγάλη ιστορία, (σημ. γράφει στην πίσω πλευρά: 11/02/59 εξοχικόν κέντρον πευκάκια προεδρείο μπεκρίδων -μας απαριθμεί, ποιοι συμμετείχαν), αυτός ήταν ενωμοτάρχης, τον λέγαμε πρόεδρο, αυτός αγροφύλακας».

φέρνει δυο μπουζούκια, «αυτό είναι μεσομπούζουκο, δεν παίζω πια, για πιάσε μια πένα που έχει εκεί»· προσπαθεί να τα κουρδίσει, «έχει σκεβρώσει, βλέπεις· δεν έχει μαστόρους εδώ. είχα καλό μπουζούκι εγώ, άρρωστος ήμουνα και μου το αλλάξανε και βάλαν στη θήκη τούτο δω. άμα ήταν καλό θα σας έπαιζα αλλά είναι σκεβρωμένα». μας απαγγέλλει όμως ένα από τα τελευταία τραγούδια του: «μας φάγανε τα στέκια μας / τα κάνανε τσιμέντα / που είναι τα ωραία μας, η σχάρα του λαλέτα; / μέσα στου ζώλου, στου σουρλή πήγαιναν τα γεροντάκια / γουστάραν και τα πίνανε / κι ήταν όλο μεράκια / και το τηγάνι δούλευε αβέρτα μπαρμπουνάκι / και ο μπατίρης έπαιζε αβέρτα το μπουζουκάκι / τώρα πας στα τσιμεντάδικα να πιεις κανά ουζάκι / και πριν να σε ρωτήσουνε σου φέρνουνε σουβλάκι».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *