06/17 απρόσκλητη | κατερίνα σταμάτη

katerina-stamati-telikib

Μπήκα απρόσκλητη. Δε μπόρεσα να αντισταθώ στην ανοιχτή πόρτα. Έτσι κι αλλιώς πριν απο εμένα είχαν ήδη μπεί αγρίκοι και μετά, ποντίκια, αράχνες, υγρασία και τα είχαν κάνει μαντάρα. Εγώ μπήκα με σεβασμό και ενθουσιασμό για όλα αυτά που οι άλλοι βλέπουν σαν σκουπίδια. Αυτή ήταν η σκέψη που δικαιολογούσε στο μυαλό μου την επίσκεψη-εισβολή. «Αν δεν τα πάρω εγώ θα τα φάνε τα ποντίκια».

Ήδη το φάγανε το μανίκι αυτού του πουλόβερ. Οι γραβάτες φαίνεται δεν τους άρεσαν. «Αν δεν τα σώσω εγώ θα χαθούνε απο τη μούχλα». Πως άντεξαν μέχρι τώρα;

Η ημερομηνία στο καλλιγραφημένο χαρτί λέει 1867. Πατάω διστακτικά. Όμως το πάτωμα είναι γερό. Η σκεπή σχεδόν καινούρια. Αν δεν είχε ήδη μπει ο προηγούμενος, ο κλέφτης, αυτός που τα άφησε όλα άνω-κάτω, δεν θα έμπαινα. Στο μέσα δωμάτιο ίσα που φτάνει το φώς.

Η μασέλα ήταν σε ένα συρτάρι του μπουφέ. Μαζί και το κουτί της πούδρας. Δεν σιχάθηκα τα ποντικοκούραδα αλλά τη μασέλα δεν μπόρεσα να την πιάσω. Χρησιμοποίησα το κουτί της πούδρας για χέρι.

Δεν το περίμενα οτι θα έβρισκα κι άλλο τέτοιο σπίτι. Την τελευταία φορά ήταν τότε που έμενα εδώ λόγω σπουδών. Πριν δεκαπέντε χρόνια. Ένα μικρό μουσείο καθημερινότητας του τότε. Υπάρχει ένα τουλάχιστον σε κάθε χωριό. Ώρες λειτουργίας: συνεχώς. Είναι ανοιχτά στους πέντε ανέμους. Κι οι νοικοκύρηδές τους, σε κοιτάνε απο κάπου. Χαίρονται που κάποιος είδε ξανά τις γαμήλιες φωτογραφίες των παιδιών τους σταλμένες από την Ουάσινγκτον και που πιάνει με σεβασμό τα σκοροφαγωμένα σεμεδάκια.

Αυτές τις σκέψεις κάνω για να νιώσω ευπρόσδεκτη. Είμαι;

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *