04/16 ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ Δ. / ΙΡΙΣ ΦΟΥΣΤΕΡΗ

04-iris

για το ταξίδι στον βορρά

 

Του είπα:

Πάω να αναπνεύσω σύμφωνα, άπλετη σκοτεινιά και τον αντικατοπτρισμό του ονόματός μου… Το χρειάζομαι…

Χθες, στο αυτοκίνητο, φευγαλέα σκέψη: να χανόμουν.

Προς ώρας, θα αρκεστώ να σηκωθώ πάνω απ’ τα σύννεφα, κάτι είναι κι αυτό.

Θα κάτσω δίπλα σε αγνώστους, θα πω «ευχαριστώ» σε άλλη γλώσσα, θα έχω παρέα τον Ελί Φωρ και την μοναξιά του Μάρκες, θα αποστηθίσω τρένα και λεωφορεία, πλατφόρμες, ήχους και ασήμαντες γωνιές.

Δεν ξέρω ποιος θα γυρίσω πίσω.

 

Όμως, αυτή τη φορά, περπάτησα την πόλη χωρίς επισημότητες κι ονόματα, δεν με ένοιαζε ο τίτλος.

Έκανα μάθημα μπαλέτου σε κάποια παλιά αίθουσα της όπερας, κοιτούσα τους ανθρώπους χωρίς φόβο και πάθος, μύριζα τα δέντρα και την υγρασία, είδα ένα πρωινό φεγγάρι, κοιμόμουν μόνη σε έναν ξένο τόπο κι έπειτα ένα κακό σόου στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, μία χειρότερη παράσταση που είδα, μια μετριότητα ασήκωτη στα φρύδια των προσώπων, ασιατική κουζίνα, επαναληπτικές εκφορές γερμανικών λέξεων –κυρίως σταθμών τρένων- όπου κι αν κοιτάς μοναξιά, όπου κι αν ρωτάς μοναξιά κι ας γέμισε η πόλη με μωρά, μωρά στις κοιλιές μέσα κι έξω, μωρά σε ποδήλατα, μωρά σε νάιλον, μωρά που μιλούν γερμανικά…

Τέλος, αυτό το απότομο μαχαίρωμα της μέρας, από το γκρίζο πρωινό στη νύχτα.

Αυτό το κόψιμο που ο πόνος του σε στέλνει νωρίς μες στο πάπλωμα να γεμίσεις τη ζωή σου με άλλα εκατό χρόνια μοναξιάς, να μπεκροκοπήσεις ή να ταξιδεύεις όλη νύχτα, απ’ άκρη σ’ άκρη όλη την πόλη, γαντζωμένος σαν κομήτης σε κάποιο τραμ, όλη τη νύχτα, να μην δεις την αυγή ποτέ, μονάχα να διακρίνεις το τρεμουλιαστό σου είδωλο στα νερά του Σπρε και να αποκολληθείς, να φύγεις με το είδωλό σου κατά το άνοιγμα του ποταμού, με την εκστατική κατάληξη του Νότου στο μυαλό σου – το σώμα σου βαρύ από τη νύχτα που κατάπιε, θα μείνει εκεί στο γιοφύρι, να κοιμάται όρθιο μες στους περαστικούς.

 

Πίσω πια, γεμάτη ευγνωμοσύνη για ό,τι έχω στον σφιχτό περίγυρό μου, βλέπε Αντώνη, Νίκο, σύννεφα, θάλασσα, το ροζ και το μπλε…

Μετά το πάτημα στη βόρεια γερμανική λάσπη, ρυθμίστηκα ξανά στο μηδενικό εκείνο σημείο της τραμπάλας που μπορείς να ησυχάσεις, να γελάσεις κι ακόμα να ευχαριστηθείς.

Με την ελαφριά ταλάντωση να σε νανουρίζει σαν γάτα νωχελική σε φωτοχυμένο μεσημεριάτικο κατάστρωμα.

Πώς βρέθηκε η γάτα στον ωκεανό, μην τα ρωτάς!

Και όπως η γάτα, δεν ελπίζω σε κάτιχαίρομαι απλά, τα χρώματα όπως μου φανερώνονται, τις εύστοχες λέξεις, τα όμορφα φωτισμένα δωμάτια, τις ατέλειωτες μελωδίες, ένα κόκκινο παλτό που αγόρασα για πέντε ευρώ, τα μικρά σκάφη της ιστιοπλοΐας κάθε Κυριακή στ’ ανοιχτά του Φαλήρου, τη συμμορία άλλων γατιών στον σκουπιδοτενεκέ, τον ήλιο μπρος, τον ήλιο πίσω, το ασύγκριτο φως του χειμώνα.

Έστρωσα και την κόκκινη φλοκάτη, το σαλόνι μου ενδείκνυται για βραδιές με φτηνό κονιάκ, πορτοκάλια και κάστανα.

Τον Γενάρη, έχω παρατηρήσει, το φως του δειλινού απ’ το παράθυρό μου αγγίζει το ιδεώδες…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *