03/19 Ο ΜΙΧΑΛΗΣ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΡΗΣ

 

ο μιχάλης

 

δεκαεφτάμιση χρονών έφυγα. o αδελφός μου ήταν ναυτικός, εγώ τη θάλασσα δεν την ήθελα, τι μπορούσα να κάνω; άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο. στο βέλγιο ήταν μια ξαδέλφη μου, είχαν πάει με τον άντρα της, εγώ πήγα σαν τουρίστας, τουρίστας άπορος. είχε δανειστεί ο πατέρας μου δυο χιλιάρικα κι ένα χιλιάρικο που είχα εγώ, ήταν τα εκατό δολάρια που έπρεπε να ‘χεις μαζί σου. στις δεκαπέντε σεπτεμβρίου του εξήντα τρία πέρασα την ειδομένη με το τρένο· μόναχο, κολωνία και μετά βέλγιο.

όταν βγαίνω απ’ το τρένο, λέω που είμαι; στ’ ανάθεμα; είχα κι ένα κατοστάρικο, πήγα σε μια φριτερί που έχουν εκεί, με πατάτες, δείχνω τι θέλω, μου ‘δωσε. μεγάλος άντρας, ούτε σακάκι δεν φορούσα, με τη φανέλα. άρχισε η άλλη έβριζε, της λέω δε μπα να βρίζεις, πάρ’ τα φράγκα, ελληνικά, μήπως είχα βελγικά; μου χτυπάει κάποιος την πλάτη, γυρνάω βλέπω, έλληνας είσαι ρε; ήταν κάποιος αντώνης, μάλαμα άθρωπος, έμεινα σ’ αυτόν κάμποσο καιρό, κάνα πεντάμηνο. έμενα στη σοφίτα είχε ένα καφενείο κι εγώ καθάριζα τα τραπέζια και τέτοια, όπου έβλεπα τη γόπα πήγαινα και την έπαιρνα. βρήκα δουλειά με χίλια ζόρια στα αθρακωρυχεία, στο σαρλερουά. τότε έβαλα και σακάκι, με δόσεις βέβαια.

όλοι στα αθρακωρυχεία δούλευαν, όλοι. η δουλειά ήταν μαρτύριο. ήμουν εννιά μήνες χωρίς δουλειά, όταν μου εξηγήσαν τι είναι και τι δεν είναι, λέω αθρακωρυχεία του κερατά. επειδή ήμουν ανήλικος με ‘βάλαν μια βδομάδα στην επιφάνεια, στην επιφάνεια δεν είχε φράγκα, λέω τι θα κάμω, πάω πιάνω αυτούς τους λίγους που ήξερα, εγώ λέω θέλω να κατήβω κάτω, κάναν τα υπόλοιπα χαρτιά, υπόγραψε κάποιος, με ‘βάλαν κάτω, μου δώσαν τα ρούχα, μπαίναν τρεις μιχάληδες μέσα. πήγα ως βοηθός, μου δώσαν ένα φτυάρι, εγώ το φτυάρι το ‘παιζα, στα δάκτυλα μου από μωρό παιδάκι. αρχίνησα από τα πεντακόσα είκοσι μέτρα και έφτασα στα χίλια διακόσα πενήντα, εκεί πήγα τρεις μέρες, την τέταρτη δεν άντεξα, δεν άντεξα τη ζέστη, λέω άντε γεια. τρεις χιλιάδες άτομα δουλεύαν εκεί, βέλγοι, φλαμάνοι -πάλι βέλγοι-, έλληνες ιταλοί, τούρκοι, μαροκινοί, πολωνοί, γερμανοί, απ΄όλες τις ράτσες ήτανε μέσα ‘κει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *