03/14 «…ΜΗ ΜΑΣ ΓΕΛΑΕΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ» / ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΧΡΟΝΗ

03 kostaris 5992
φωτογραφία γιάννης κωσταρής

 

Το σπίτι στο χωριό είχε δυο δωμάτια όλα κι όλα. Ένα κουζινάκι ανάμεσο τους θα ‘ταν δεν θα ‘τανε δυο τετραγωνικά. Και το μέρος, έξω. Ακόμη και ‘μεις το προλάβαμε το μέρος έξω. Παιδιά μεγαλωμένα στην πόλη, τα βράδια ξυπνούσαμε τους γονείς μας να μας πάνε, γιατί φοβόμασταν να βγούμε έξω μοναχά μας. Φοβόμασταν το πηχτό σκοτάδι το βουνίσιο, τον γκιώνη που φώναζε τον αδερφό του και τους σαϊτάνηδες που μας έλεγε η γιαγιά.

Στο ένα από τα δωμάτια υπήρχε ένα μικρό εντοιχισμένο ντουλάπι, σκαμμένο στον τοίχο, με δυο ξύλινα φύλλα βαμμένα με γαλάζια λαδομπογιά. Φτωχή κατασκευή με μοναδικό κόσμημα και διακριτικό ένα ανάγλυφο λουλούδι στην κάθε πρόσοψη. Σκαλοφρύδα τη λέγανε στο σπίτι. Εκεί φύλαγε η μαμά τα λουκούμια, την βανίλια υποβρύχιο, τα μπακλαβαδάκια και την συμπυκνωμένη πορτοκαλάδα· όλα για τους ξένους. Εκεί και τα φλυτζάνια του καφέ και τα ποτήρια για το τσίπουρο, πάλι για τους ξένους. Αυτό το ντουλάπι το γυροφέρναμε τα παιδιά του σπιτιού. Καραδοκούσαμε, σαν έπεφταν οι γονείς για ύπνο το μεσημέρι, να καταφέρουμε να το συλλήσουμε παρά τις συνέπειες.

Κάμποσα χρόνια πριν εκεί κλειδαμπάρωνε κι η γιαγιά τα κεράσματα για τους μουσαφίριδες. Κανένα λουκούμι δηλαδή και κάνα καρύδι· κι αυτά περιστασιακά. Το ίδιο ντουλάπι παραβίασε κι ο πατέρας μας με τις αδερφές του, όποτε το βρήκαν γεμάτο, κι έμεινε η μάνα τους μ’ αδειανά τα χέρια μπροστά στους ξένους. Κι ας υπήρχε στο σπίτι τους ΄κείνο το απαράβατο αξίωμα, σύμφωνα με το οποίο ζυγιάζονταν οι πράξεις «μη λέει ο κόσμος, μη μας γελάει ο κόσμος».
Μα ο κόσμος ήξερε πως δεν είχαν. Γιατί απλούστατα κανείς δεν είχε. Κι όλοι τα φέρναν βόλτα το ίδιο δύσκολα σε ΄κείνα τα άγονα ορεινά μέρη, όπου τα νέα έφταναν πάντα με καθυστέρηση. Μα ο κόσμος δεν έπρεπε να σχολιάσει την πραγματικότητα. Αναρωτιέμαι αν αυτή η εμμονή ήταν προσπάθεια να περισώσουν την αξιοπρέπεια τους μέσα σ’ ένα δυστοπικό πλαίσιο, έτσι όπως το καθιστούσε η ανέχεια και το περιόριζε ο συντηρητισμός της απομονωμένης κι εσωστρεφούς μικροκοινωνίας. Μα κι αν ξεκίνησε έτσι, έπειτα έγινε ηθική και παράγοντας ρυθμιστικός που καθόριζε τις ζωές και τις επιλογές τους, βάρυνε πάνω στις επιθυμίες τους σκληραίνοντας την ιδιοσυγκρασία, που έμαθε να υποτάσσεται στα τόσα «πρέπει»…για να μη λέει ο κόσμος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *