02/17 ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΓΙΟΣ / ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΜΑΛΑΣ

05-scan

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού – μη ελπίζεις-

δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ

στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

Κ.Π. Καβάφης

Τέλη Σεπτέμβρη, καθισμένος στην άμμο παρακολουθώ τον ήλιο που κρύβεται σιγά-σιγά στα νερά του Aιγαίου παίρνοντας μαζί του το καλοκαίρι. Το τσιγάρο στο χέρι, μου θυμίζει τα εκατοντάδες δηλητήρια που φιλτράρονται στους κατά τα άλλα υπό εκπαίδευση πνεύμονές μου. Προσπαθώ να καθαρίσω τη σκέψη μου. Σκέφτομαι τα ταξίδια που θα έκανα και δεν έκανα. Κι όσο περνά η ώρα όλο και περισσότερο γίνομαι πρωταγωνιστής στην πόλη του Καβάφη.

Τι είναι αυτό που σε κρατά πίσω, τι είναι αυτό που δεν σε αφήνει να γνωριστείς με το «πεπρωμένο» σου, ποια είναι αυτή η «τέλεια» βαρύτητα που σε πακτώνει σε τούτον τον τόπο; Τότε θυμάμαι τα λόγια του πατέρα μου όταν έφευγε: «Γιώργη διάβαζε να μην πας στα καράβια σαν και μένα, είναι άσχημη η ξενιτιά», μου έλεγε να προσέχω την αδελφή μου και τη μάνα μου κι ότι μας αγαπά και θα μας σκέφτεται όσο θα λείπει· μετά η πόρτα του ταξί έκλεινε και εγώ για δέκα μήνες ήμουν ο άντρας του σπιτιού.

Ο Στέλιος μπάρκαρε το ’63 για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στη ζωή. Απολογισμός 17 χρόνια στην στεριά και 20 χρόνια εν πλω. 20 χρόνια, αρκετά για να μπορεί να θυμηθεί μια ιστορία για κάθε χρώμα που βλέπει στο χάρτη. Και όμως ακόμα και σήμερα αν τον ρωτήσεις θα σου πει, με την ίδια σιγουριά στο βλέμμα, «άσχημο πράμα η ξενιτιά». Αναρωτιέμαι γιατί αυτός ο τόπος να μην ήταν η ξενιτιά του πατέρα μου όλα αυτά τα χρόνια, γιατί το εκεί για αυτόν να μην είναι τίποτα ενώ το εδώ τα πάντα.

Ίσως η απάντηση να είναι κάπου κρυμμένη σε μια καφέ βαλίτσα που ανοιγόκλεινε κάθε φορά που κάποιος από τους εφοπλιστάδες ήθελε να αλλάξει γραμματικό στο καράβι, κρυμμένη στα φιλιά και στα δάκρυα των αποχαιρετισμών και της αντάμωσης, γραμμένη στο μαύρο εκκλησιαστικό βιβλίο και στην προσευχή που διάβαζε τα βράδια, στην ανατολή και τη δύση του ήλιου που αντίκρυζε από την κόντρα γέφυρα νοσταλγώντας το χωριό. Για 37 χρόνια αποχαιρετούσε ανθρώπους που αγαπούσε, συναισθήματα, εικόνες, μυρωδιές και ήχους που είχε ζυμωθεί με αυτούς από τότε που γεννήθηκε. Όλα αυτά ήταν που κουβαλούσε και έπειτα τον κουβαλούσαν πίσω.

Αυτή η ασύμμετρα φτιαγμένη γεωμετρία συναισθημάτων αποτελεί το καταφύγιο του καθενός, ένας τόπος που προστατεύει την ψυχή του· εκεί που πάντα θα γυρίζει, παράλληλα όμως είναι και το μεγάλο εμπόδιο. Εμπόδιο που πρέπει να παλέψει πολύ για να το ξεπεράσει για να φύγει μακριά, να πειραματιστεί με την αγωνία του άγνωστου, να γνωρίσει καινούργιους τόπους και να βρει άλλες θάλασσες.

Το καράβι της γραμμής περνάει. Φεύγουν και οι τελευταίοι, πάνε στο σπίτι τους.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *