02/16 ΕΝΘΥΜΙΟΝ 25-12-1955 / ΑΡΗΣ ΠΑΥΛΟΣ

aris-pavlos

ήμουνα είκοσι χρονών με τα ξαδέλφια μου, τη λενίτσα και τον νίκο, πέθανε πριν μερικές μέρες.

ο θείος μας ο ζαγόρας, σκοτώθηκε από μια νάρκη που πάτησε το αυτοκίνητό του, κρίμα, είχε αναλάβει να με σπουδάσει, θάβγαζα το σχολείο, θα γινόμουνα δασκάλα θάχα μια άλλη τύχη· όχι αυτή με τον πατέρα σου· αδικία, τάδωσε όλα στην ελενίτσα και ’γω παιδί του αδελφού του ήμουνα, την υιοθέτησε κιόλας ψυχοκόρη.

εμένα πέθανε ο πατέρας μου και έπρεπε να μεγαλώσω τα μικρότερα αδέλφια μου, δεκαέξι χρόνια τον πέρναγα τον θανάση και δεκατρία τον λευτέρη, σταμάτησα το σχολείο μόλις άρχιζα τη δευτέρα γυμνασίου και ήμουνα πρώτη στα εικοσιπέντε παιδιά, τρία κορίτσια και τ΄άλλα αγόρια στην τάξη.

τώρα έχει το εξοχικό έξω από το χωριό, έρχεται τα καλοκαίρια, να ’ρθείς μου λέει για καφέ, που να ’ρθω; θέλω να της πω, έχω αυτοκίνητο; αντί να ’ρθει να με πάρει, δεν ντρέπεται λίγο, σιγά μην θέλει να πάω, αλλά ούτε και ’γω θέλω, ο άντρας της έχει πάρει το εργοστάσιο με τα δίχτυα στη βουλγαρία, ό,τι θέλουν ας κάνουν, η μάνα της η αλεξάνδρα ήταν πολύ καλή γυναίκα, το σπίτι της συνέχεια ανοιχτό το’χε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *