01/19 Ο ΤΟΠΟΣ ΠΟΥ ΘΑ’ΘΕΛΑΝ / ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΝΤΟΓΚΑ

01-frantzeska-doka3

 

 

Είναι ο τόπος

που θα ‘θελαν όλοι να ξεχάσουν…
Οι γαλοπούλες και οι κότες

που δεν πατούν στο χώμα

αλλά αγνατεύουν τη θάλασσα πάνω απ’τα δέντρα.
Οι άγριες αγελάδες

που βόσκουν στους αμμόλοφους

κουνώντας περήφανα τις φουντωτές ουρές τους.
Οι ντόπιοι

που καθισμένοι στο παγκάκι της πλατείας

τα απογεύματα ξεμπλέκουν τα δίχτυα τους.
Τετράγωνα μικρά σπιτάκια

χτισμένα στον ίδιο ρυθμό
σβήνουν, επίσης τις μνήμες.
Λίγοι γκρεμισμένοι τοίχοι από τον σεισμό

τρεις νεκροί σε μια φωτογραφία

από κεραυνό

ο ένας χαμογελά στραβά

κι ένα γράμμα

πρόχειρα γραμμένο την τελευταία στιγμή.
Ό,τι απόμεινε σε ανάμνηση.
Όμως ανοίγοντας μια-μια τις πόρτες

πίσω απ’ τα ξερά χωράφια με τις βελανιδιές

σε μια έρημη ακρογιαλιά, μες στη μικρή του παράγκα

συναντάς το βοσκό.
Κερνάει καφέ και καρπούζι

ενώ περηφανεύεται για το παλιό του ψυγείο

δεν τον πρόδωσε ποτέ εικοσιπέντε χρόνια τώρα.
Ο βοσκός δεν κατεβαίνει συχνά στη χώρα.
Ανησυχεί για εκείνα τα πρόβατα που έφυγαν

και δεν ακούνε πια το κάλεσμά του.
Για τις ακρίδες που πέφτουν μιλιούνια στο χώμα

και τρώνε τα πάντα.

Όταν μια φορά τους λείψει η τροφή

τις έχει δει να τρώγονται μεταξύ τους.
Γι αυτό ανησυχεί περισσότερο.
Η κυρα Μαρία καπνίζει στο πεζούλι της αυλής

ή τηγανίζει τα ψάρια στην κουζίνα

ή ταΐζει το μικρό της κουτάβι.
Η κυρά Μαρία δεν κατεβαίνει πια στη χώρα.
Ο χρόνος περνά, σαν εξορία.

Γύρω από το στενό τραπέζι της κουζίνας

δίπλα στο τζάκι, πάνω από τη φιάλη του γκαζιού.

Σταματά καμιά φορά στο κρώξιμο της κουρούνας

ή στο χλιμίντρισμα του αλόγου.
Κι η Ζωή;

Ποια ζωή;
Η κυρά Μαρία ήρθε απ’ αλλού

ξέρει αλλά δεν θυμάται τίποτα.
Ο βοσκός κρατάει

τα κλειδιά του παραδείσου

στην πίσω τσέπη του.
Γνωρίζει καλά

ότι η μνήμη και η λήθη

στον ίδιο δρόμο οδηγούν…
Αναπόφευκτα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *