01/16 ΒΙΚΙ, ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΡΗΣ

P1040880

«κάθε μέρα είμαστε ανοικτά αλλά δεν έχει κόσμο· ένας μόνο έρχεται το πρωί για καφέ και τέσσερις-πέντε το απόγευμα. στο χωριό μένουμε εβδομήντα εννιά άνθρωποι, τους ξέρω όλους, τους μετρώ κάθε βράδυ που πέφτω να κοιμηθώ· πιο μεγάλος είναι ο παναγιώτης, ενενήντα τεσσάρων. στα καμπιά μένουν πενήντα τέσσερις και αυτούς τους μετρώ κάθε βράδυ. το καφενείο το ανοίξαμε με τον άντρα μου το εξήντα επτά που παντρευτήκαμε· σπίτι ήταν πριν, το πήρα προίκα. πόσο χρονών με κάμνετε; δεν με πειράζει όσο και να πείτε. είμαι εβδομήντα δύο και η μάνα μου ογδόντα εφτά, παντρεύτηκε δεκατεσσάρων και μ’ έκαμε στα δεκαπέντε. η νύφη μου έχει το καφενείο αλλά κάμνει ότι της λέω».

γελάει η κοπέλα: «γεννήθηκα στην αμερική στο οχάιο, ο πατέρας μου είναι από το βίκι. ερχόμασταν κάθε καλοκαίρι. παντρεύτηκα μικρή τον άντρα μου και πήγαμε στην αμερική, μείναμε δεκαέξι χρόνια. επιστρέψαμε το εννιά, τότε στην αμερική δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα, αλλά μετά έτσι έγινε κι εδώ. έχουμε τέσσερα παιδιά, για τον μεγάλο είναι δύσκολο, τώρα είναι δεκαεννιά. στα μικρά τους αρέσει εδώ». στο καφενείο τριγυρίζουν τρία χαρούμενα παιδιά, ένα κορίτσι γυμνασίου και δυο αγόρια δημοτικού που τους αρέσει το ποδόσφαιρο.

«και ’γω πήγα στο οχάιο για να προσέχω τα παιδιά, μου άρεσε, πήγα και στους καταρράκτες του νιαγάρα και στον καναδά. και το οχάιο το σκέφτομαι κάθε βράδυ στον ύπνο μου».

«πολλή δουλειά, κυρία ειρήνη, το βράδυ στον ύπνο σας».

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *