ΤΑ ΖΩΑ | 14/16 | Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΡΟΖΑ | ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΛΟΥΠΗΣ

 

Τελευταία φόρα που πήγα στη Σιδηρούντα, η γιαγιά μου είχε κάνει μηλόπιτα. «αχ βρε Μιχαλάκη μου… εύτη η μηλόπιτα που ήκαμα, μπελάδες που μου βαλε… βρε εξεκίνησα κι ύστερα είδα πως δεν είχα ζάχαρη, δε μ’έφτανε, ήθελε λιγάκι ακόμα. κι ύστερα, σκεύγομαι… βρε εν έχει ένα γείτονα, εν ήμεινε ένας άθρωπος στο χωριό να πας να του ζητήσεις, κάτι, ένα φλυτζανάκι ζάχαρη, αμα χρειαστεί, μιαν ασπιρίνη, δυο ντομάτες και σου τις γυρίζω αύριο… ψυχή… εν εκοιμήθηκα το βράδυ απέ τη σκάση μου… εύτη η μηλόπιτα μου βγαλε τη ψυχή μου…»

Έχουν δύο σκυλιά στο χωριό, μαζί με τις πολλές γάτες και κοτούλες τους. Η Ίρμα είναι το σκυλί «του παππού μου». Τον συνοδεύει στο καφενείο, είναι μεγάλη σε ηλικία πια και την περισσότερη ώρα κοιμάται στα πόδια του, στην καρέκλα, μιας κι εκείνος έχει χτυπήσει το πόδι και δεν πολυπερπατάει πια. Η Ρόζα, ή αλλιώς «ο κόκκινος» ή αλλιώς «η καλή μου κόρη» είναι «της γιαγιάς μου». Την ακολουθεί παντού. Παντού. Τρέχει να προλάβει τον ψωμά που περνάει δυο φορές τη βδομάδα. Πάει βόλτα μαζί της μέχρι το περιβολάκι. Περιμένει τον ταχυδρόμο τις Δευτέρες. Κάθε φορά που την ταΐζει από το χέρι της, μου λέει η γιαγιά να δω με πόση προσοχή και ευαισθησία, σαν να είναι τα δάχτυλά της φτιαγμένα από το πιο εύθραυστο γυαλί, η Ρόζα παίρνει το κουλουράκι, ώστε να μην την πληγώσει καταλάθος με τα δόντια της. Κάθε φορά που πηγαίνω στο χωριό, αγκαλιάζω το σκυλί όπως αγκαλιάζω και τη γιαγιά μου. Αν δεν υπήρχε αυτή για συντροφιά της, ξέρω πως η γιαγιά θα είχε ήδη παραδοθεί.
Στα χρόνια, στη μοναξιά και στο μαράζι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *