ΟΝ ΔΕ ΡΟΝΤ / ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΑΛΛΑΣ

01 AngelBallas

ήταν άνοιξη του χίλια εννιακόσια ογδόντα κάτι· ένα ποτήρι κάπτεν μόργκαν και τρία λάκυ στράικ απόσταση από την δύση του ηλίου· είχα ήδη βγάλει τα γυαλιά, αγορασμένα από ένα παζάρι στο κέντρο· τώρα, τριακόσια είκοσι τέσσερα χιλιόμετρα μακριά, μέσα σε ένα σεβρολέτ του εβδομήντα δύο να διασχίζω την εθνική· δεν έχω καν δίπλωμα, δεν έχει όμως σημασία· πάω να την συναντήσω –ίσα που θυμάμαι το όνομά της– και το πρόσωπό της είναι αχνό· σαν ανάμεσα από εμένα και εκείνη, να έχει στήσει την παγίδα της η τέρα – η αράχνη που κρεμόταν από το ταβάνι, εκείνη την μοναδική φορά που την επισκέφτηκα στο διαμέρισμά της – την μοναδική φορά που έμεινε ολόγυμνη μπροστά μου· ευτυχώς θυμάμαι ακόμα πώς μύριζε, δεν θα δυσκολευτώ να την αναγνωρίσω· ένα κoκκινομπλέ φως πίσω μου, μου αποσπά την προσοχή, κοιτάζω από τον μεσαίο καθρέπτη· ένα χέρι μπάτσου έξω από το παράθυρο μού κάνει νόημα να σταματήσω στην άκρη· δεν πρόλαβα να τελειώσω το ρούμι· βάζω δύναμη στο δεξί μου πόδι και επιταχύνω.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *