οι φίλοι | 12/16 | η απόδειξη | γιάννης κωσταρής

_apodiksi

γύρω στις πέντε μπήκα στο εστιατόριο· άδειο το μαγαζί, τέτοια ώρα έχουν φύγει και οι τελευταίοι πελάτες· έτρωγαν τηγανητά ψάρια και σαλάτα, είναι η ώρα που έχει τελειώσει η δουλειά και κάθονται με τη γυναίκα του για φαγητό. χάρηκαν που με είδαν, είχα να περάσω δυόμιση χρόνια.

τον ρώτησα για τη σύνταξη, μπορούσε να έχει βγει από χρόνια αλλά προτιμά να πληρώνει τέβε και να έχει το μαγαζί ανοικτό· «εννιακόσια ευρώ το δίμηνο πληρώνω», «γιατί δεν το βάζεις στα παιδιά σου;» «και αν μου κάνουν έλεγχο και δουν ότι το δουλεύουμε εμείς;» τον ρώτησα για τους πελάτες που θυμόμουν, «ο αεκάκιας χώρισε και έρχεται πάλι και τρώει, ο λογιστής έρχεται όποτε είναι εδώ γύρω».

η ζωή του μήτσου είναι το μαγαζί του, κάθε μεσημέρι δίνει παράσταση· όλοι οι σταθεροί πελάτες –εργένηδες σχεδόν όλοι– εργαζόμενοι και συνταξιούχοι κάθονται πάντα στις ίδιες θέσεις· τους πειράζει όλους, είτε για το ποδόσφαιρο, είτε για τον τόπο καταγωγής τους· αυτά τα δυο είναι τα αγαπημένα του θέματα.

τον ρώτησα για τα τρίκαλα, με ρώτησε για τη χίο· χαμογέλασε ελαφρά, «δηλαδή είναι καλά στο νησί; τι κάνετε εκεί πέρα;» δεν είχε σημασία η απάντηση, τόσα χρόνια που έτρωγα στο εστιατόριο, κάθε φορά οι ίδιες κουβέντες «καλά πώς ζείτε στα νησιά; φυλακές είναι! στα τρίκαλα πάω και με τα πόδια αν χρειαστεί, δε μου αρέσουν εμένα τα νησιά»· «έχει ρε μήτσο ησυχία, η θάλασσα, η φύση…» «τι να την κάνω την ησυχία, όταν έρθει η ώρα θα πάω στον κόκκινο μύλο, εκεί θα ‘χω ησυχία για πάντα».

τέλειωσα το φαγητό και σηκώθηκα να πληρώσω, έκοψε την απόδειξη και μου την έδωσε, «κράτησέ την να θυμάσαι το μαγαζί του δημήτρη»· χαμογελάσαμε, χαιρετηθήκαμε. Φεύγοντας κοίταξα την απόδειξη· επωνυμία: «εστιατόριο οι φίλοι», χαμογέλασα και έβαλα την απόδειξη στο πορτοφόλι μου· τόσα χρόνια έτρωγα στο μήτσο και δε γνώριζα το όνομα του καταστήματος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *