ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΡΗΣ

kostaris-eisagogi-1-8657

άμα γύρισα απέ το μπάρκο ε μπορούσα να ξαναμπαρκάρω στα εμπορικά γιατί ήταν να πάω στρατιώτης, οπότε είπα να πάω στα επιβατικά· τότε ήτανε υπουργός ναυτιλίας, ο μαυριδόγλου, πήγα στο υπουργείο, ιδιαίτερός του ήταν ένας χωριανός μας, μου λέει “μέσα είναι ο τυπάλδος που έχει τα βαπόρια της κρήτης”· μπαίνουμε μέσα, του λέω ότι θέλω δουλειά και λέει στον τυπάλδο να με τακτοποιήσει· αυτός μου λέει πέρνα από τα γραφεία της εταιρείας κι όταν γυρίσει το “ηράκλειο” από την κρήτη να μπαρκάρεις.
εν τω μεταξύ στον πειραιά, στην τρούμπα, στην οδό τρίτης μεραρχίας, ήταν ένα καφενείο που το ‘χανε καταρραχτούσοι και πηαίναν όλοι οι χιώτες ναυτικοί – καθόμουν να περάσει η ώρα – εκεί κοντά ήταν και το ξενοδοχείο, πάλι χιώτικο· το βράδυ πέρασε ένας χωριανός μας καπετάνιος, μου λέει “μπας και ξέρεις κανέναν, που έχω στο σκαραμαγκά ένα τρακαρισμένο βαπόρι και θέλω κάποιον για φύλακα;” τον ρώτησα πόσα δίνει, μου λέει τρία χιλιάρικα τετρακόσια· εμένα στο “ηράκλειο” θα μου δίναν δύο εξακόσα, του λέω “πάω εγώ, πάμε τώρα” “βρε νυχτιάτικα ε θα μας αφήκουν στο τελωνείο”, “βρε πάμε σου λέω” – μπήκαμε σε ένα ταξί, επήαμε – ε, σε σαράντα μέρες, αρχές δεκέβρη βούλιαξε το “ηράκλειο” στη φαλκονέρα, μόλις το ‘μαθα, λολάθηκα, του λέω φεύγω, “βρε κάτσε μέχρι να βρω άλλον”, έφυγα!
πως ήγινε και μπάρκαρα; με τους γονιούς μου εν τα πήαινα καλά, η μάνα μου είχε το μαγαζί, εγώ με τον κύρη μου τις φωτογραφίες, μου κρατούσαν τα λεφτά, τους είπα να πιάσω το καφενείο εδώ δίπλα, ε θέλανε· ήθελα να φύω, τότε όλοι φεύγανε, κάθε απόεμα κάποιος ίκλεεν στην παναγιά που περίμεναν το ταξί όσοι φεύγανε· μπάρκαρα το νοέμβρη του εξήντα τέσσερα, σε βαπόρι του λαιμού· συναντήσαμε το βαπόρι στον άγιο νικόλαο στην κρήτη, ήταν φορτωμένο σιτάρι και το πήαμε στο καράτσι, στο πακιστάν· δεκαπέντε χιλιάες τόνοι, είκοσι μέρες ξεφορτώνανε, ε θάτανε χίγιοι πακιστάνοι· απεκεί πήαμε στη μονζαμβίκη και φορτώσαμε ακατέργαστο σίδερο και το πήαμε στην αμερική στη φιλαδέλφεια, κατηβήκαμε στο βαλτιμόρι και φορτώσαμε κάρβουνο· από κει είδαμε το ναύσταθμο, χιγάες πλοία, μικρά και μεγάλα· συνεχίσαμε για ιαπωνία, περάσαμε τον παναμά, τις διώρυγες, τι ωραίο πράμα! εικοσιτέσσερις μέρες από κει να φτάσουμε στο ποστάλι· ύστερα φορτώσαμε πάλι σίδερο και από πιο νότια χρυσό, δυο μέρες πηέναμε συνοδεία με πολεμικό, μέχρι να περάσουμε το ακρωτήριο της καλής ελπίδας και πήαμε πάλι στη φιλαδέλφεια· εκεί ρώστησα και μπήκα στο νοσοκομείο με εγχείρησαν για σκωληκοειδίτη· ήταν κι ένας νενητούσης μαζί, μας στείλανε πίσω με το υπερωκεάνιο “ολυμπία” –έντεκα μέρες ταξίδι– πιάσαμε λισσαβώνα, νεάπολη, σικελία, πειραιά.
ο μιχάλης δεν ήταν ναυτικός, ένα μπάρκο έκανε, αυτό που αφηγείται· εργάστηκε στην αθήνα σε τυπογραφείο – τύπωσε και μια σειρά καρτποστάλ της χίου από φωτογραφίες του πατέρα του – την δεκαετία του ογδόντα επέστρεψε με την οικογένειά του στην καλαμωτή· στο χωριό εργαζόταν σαν πολυτεχνίτης: τζάμια, βιτρό, κορνίζες, φωτογραφίες, ξυλόγλυπτα, φεγγίτες· τα βράδια του χειμώνα καθόταν στο μαγαζί των γονιών μου, του άρεσε να αφηγείται ιστορίες και ανέκδοτα· ιστορίες δικές του και παλιές από το χωριό που τις είχε ακούσει αλλά νόμιζες ότι τις έζησε ο ίδιος· έλαμπε το βλέμμα του όταν έλεγε ιστορίες· συχνά μιλούσε για τη στρατιωτική του θητεία στην αστυπάλαια, στο λόφο με το ραντάρ, επί χούντας· μια μέρα σταματήσανε να λειτουργούνε τα μηχανήματα «βρε ήντα ‘γινε;» βλέπουμε ένα βαπόρι, κοιτούμε με τα κυάλια, βλέπουμε τη σημαία με το σφυροδρέπανο, ρώσικο! κάτι κάμανε και μας τα αχρηστέψανε μέχρι να περάσουνε.
περπατούσε κάθε βράδυ, µιάµιση ώρα γύρω γύρω το χωριό· εδώ και πολύ καιρό –τρία χρόνια;– είχε υποβάλλει τα χαρτιά του για σύνταξη, δεν πρόλαβε να την πάρει, πέθανε τον απρίλη του δύο χιλιάδες δεκαπέντε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *