ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ / ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΝΤΟΓΚΑ

04-frantzeska
Ζούσαν όλοι μαζί
σε ένα μικρό δυάρι, από κάτω.

Μητέρα-Κόρη-Γιος

Μα ίσως να ‘ταν παραπάνω…
Θαρρώ υπήρχε και μια γιαγιά.

Η μάνα μαγείρευε
και λιβάνιζε…συνεχώς
η κόρη όμορφη, καλοντυμένη
της άρεσε να ισορροπεί σε ψηλοτάκουνα.
Ο γιος απλά τριγύριζε, περιστρεφόταν
ντυνόταν σεκιούριτι
γυρνούσε τα μεσημέρια
η κόρη τα βράδια
η μάνα έβγαινε μόνο νωρίς το πρωί.

Συχνά ακούγαμε τις φωνές τους.

Η μάνα φώναζε στην κόρη
η κόρη στο γιο
ο γιος έσκυβε απ’ το μπαλκόνι
και φώναζε στο κενό.
Πολλές φορές μάνα και κόρη
φωνάζανε μαζί στο γιο.
Ο γιος τότε μούγκριζε στο κενό.

Καθημερινά

Η κόρη φορούσε κόκκινο κραγιόν
η μητέρα λιβάνιζε
ο γιος έπινε καφέ στο μπαλκόνι
με τις παντόφλες.

Ώσπου μια μέρα απέλυσαν το γιο
και δεν ντυνόταν πια σεκιούριτι
και δεν γυρνούσε πια το μεσημέρι
και δεν πλήρωνε τα κοινόχρηστα
ούτε το νοίκι, ούτε το νερό.

Κι η μάνα φώναζε στη κόρη που έμενε
στην κρεβατοκάμαρα
κι η κόρη φώναζε στο γιο
που έμενε στο χολ
ο γιος τότε έμενε σιωπηλός για να μη ξυπνήσει τη μάνα
που κοιμόταν στο σαλόνι.

Την ημέρα που ο γιος έκλεινε τα σαράντα τέσσερα
μια μέρα πριν αφήσουν το διαμέρισμα.

Η κόρη έλουζε τα μακριά μαύρα μαλλιά της
η μάνα μαγείρευε χοιρινό βραστό
κι ο γιος κρεμασμένος στο κάγκελο του μπαλκονιού
για πρώτη φορά έσκυβε να δει
πού γκρεμίζονταν τόσα χρόνια οι φωνές του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *