4/19 ΝΗΣΙ / ΦΡΑΝΤΖΕΣΚΑ ΝΤΟΓΚΑ

fratzeska b1 fratzeska b3 fratzeska b5

 

Ο “έφηβος” των Αντικυθήρων

 

Ο Μύρωνας δεν είχε αποφασίσει ακόμα.

Στεκόταν στην άκρη του βράχου
με το ένα πόδι ελαφριά μπροστά.

Να ήταν άραγε η εικόνα του θεού
ή στο θεό η προσφορά;

Το καράβι στο βάθος περίμενε.

Το κοιτούσε δισταχτικά
όχι ότι δεν το ‘ξερε, όχι ότι το φοβόταν
το ‘χε ταξιδέψει αρκετές φορές
στα πέρατα του κόσμου
σε μακρινούς ωκεανούς
σε άγνωστους προορισμούς
χωμένος μέσα στις κουζίνες του.

Μα το καράβι όλο ξεμάκραινε
κι εκείνος όλο δίσταζε να πάρει
την απόφασή του.

Αυτός δεινός ψαράς
πού να ‘ξερε ότι το δίχτυ θα μπλεχτεί
μια μέρα στα μαλλιά του;

Ανάμεσα σε εκείνον και το καράβι

Εικόνες από την εφηβεία:

Εκείνος με γυμνά πόδια, ξυπόλυτος στα κοφτερά βράχια να τρέχει,
να πετά σχεδόν και να βουτά στη θάλασσα.
Εκείνος κάπου στην άκρη του γκρεμού κρυμμένος πίσω
από βρύα κι αγκάθια να παρακολουθεί την ανέλκυση του αρχαίου ναυαγίου.
Εκείνος και τα βουνά να ζωντανεύουν σ’ένα σμήνος πουλιών που σκέπαζαν τον ήλιο
Εκείνος και τα πελώρια κύματα να βουλιάζουν για μια ακόμη φορά το λιμάνι.

Μάνα σε τι άγριο νησί με γέννησες;
Παιδί μου να ‘σαι ταπεινός.
Εκείνος με μια φέτα λαδωμένο ψωμί στο χέρι… δεκάξι ετών…

Τώρα… η μάνα του να σιγοσβήνει στην καλύβα;

Καθώς τα συλλογίζονταν όλα τούτα
το καράβι χανόταν στον ορίζοντα.

Μα οι σκέψεις του με αλυσίδες τον είχαν δέσει
κι απόφαση δεν έπαιρνε.

Ώσπου σε μια στιγμή κατάλαβε
ότι δεν ήταν το καράβι
που έφευγε μα το νησί
και δεν χρειάστηκε ποτέ
να πάρει την απόφασή του.

“Κρατώντας χαρακτηριστικά
την λανθάνουσα κίνηση
που του προσδίδουν”.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *