6/19 ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ / ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΑΡΗΣ

_MG_7813

αγία άννα

άπνοια και η θάλασσα άσπρη, όχι διάφανη· άσπρη και ακύμαντη· στην παχιά αμμουδιά γύρω από τα γλειμμένα βράχια, όλοι σχεδόν, γυμνοί· γυμνοί και ηλικιωμένοι· με μαγιό μόνο μια οικογένεια με δύο μικρά παιδιά και ένα ζευγάρι, γύρω στα είκοσι πέντε ως τη μέση στο νερό ακίνητοι· μιλούσε ο νεαρός και η κοπέλα τον άκουγε με φλογερό βλέμμα· πίσω από τα βράχια στη μικρή εκκλησία μαζευόταν κόσμος· στον ορίζοντα η πάρος γρήγορα κρύφτηκε από χαμηλά γκρίζα σύννεφα βροχής· το φως και ο ουρανός άλλαζαν συνεχώς· η ατμόσφαιρα ήταν απόκοσμη, σκοτείνιασε, αστραπές και βροντές πάνω από τα βουνά της πάρου, τα σύννεφα μετακινούνταν γρήγορα προς τη νάξο.

στη μακριά ξύλινη ράμπα που χώριζε την παραλία από τους κέδρους περνούσε με βιολί και λαούτο ένας γάμος πηγαίνοντας στην εκκλησία· η παραλία είχε εν τω μεταξύ αδειάσει, το ζευγάρι βγήκε από τη θάλασσα, η κοπέλα με το ίδιο πάντα βλέμμα· η οικογένεια έπαιζε στα βράχια.

τα σύννεφα έφτασαν πάνω μας· ο ουρανός μολυβένιος, ο ήλιος λίγα λεπτά πριν από τη δύση του πρόβαλε πάνω από την πάρο· έλαμψαν τα πάντα, η άμμος, τα βράχια, η μικρή εκκλησία, τα πρόσωπα και τα σώματά μας· οι καλεσμένοι έβγαζαν φωτογραφίες· το νεαρό ζευγάρι επιτέλους πρόσεξε την μοναδικότητα της στιγμής και ήταν θέμα λίγων λεπτών να φιληθεί· ο γάμος εν τω μεταξύ τελείωσε, τα σύννεφα έφτασαν στα βουνά ρίχνοντας και σ’ εμάς λίγες ψιχάλες· οι καλεσμένοι, με τα χρωματιστά τους ρούχα, πέρασαν τη ράμπα βιαστικοί, έμειναν μόνο οι νιόπαντροι, η φωτογράφος και ο καμεραμάν· ο ήλιος είχε πια δύσει· το ζευγάρι, συνέχιζε, ξεπερνώντας την υπερένταση του ξαφνικού έρωτα, να φιλιέται ακατάπαυστα.

μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαύρα γυαλιά ηλίου, έφτασε, σταθερή στην ώρα της όπως κάθε απόγευμα, γυμνώθηκε και βούτηξε στη θάλασσα· η οικογένεια κατέβηκε από τα βράχια και προτού φύγουν αγκαλιάστηκαν όλοι μαζί σε ένα σφιχτό κύκλο, σήκωσαν το μικρό για να τους φτάνει και γελώντας φιλούσαν ο ένας τον άλλο· οι νεόνυμφοι φωτογραφίζονταν τώρα στη θάλασσα· η κοπέλα από το ερωτευμένο ζευγάρι γελούσε κρατώντας μια πετσέτα γύρω από την μέση του νεαρού που άλλαζε το μαγιό του.

στο τελευταίο φως έφυγαν όλοι· οι νεόνυμφοι διέσχισαν μόνοι τους τη ράμπα· η γυναίκα που ήρθε αργά τέλειωσε το τσιγάρο της στα βράχια, σήκωσε την τσάντα της και με αργές κινήσεις κρύφτηκε στο σκοτάδι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *